Απόδραση από το Αλκατράζ

Rate this post

Μισός αιώνας πέρασε από τότε που τρεις βαρυποινίτες ληστές τραπεζών απέδρασαν από τον Καταραμένο Βράχο στα ανοιχτά του Σαν Φραντσίσκο. Αστυνομικός που έδωσε όρκο τιμής να τους συλλάβει, σήμερα λέει ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν ότι οι δραπέτες δεν πνίγηκαν στον ωκεανό.

Μέχρι την 12η Ιουνίου 1962 οι Αμερικανοί κόμπαζαν ότι το Αλκατράζ ήταν η πρώτη φυλακή υψίστης ασφαλείας χωρίς διαφυγή. Ο Φρανκ Λι Μόρις και τα αδέρφια Άνγκλιν, όμως, είχαν άλλη γνώμη. «Δραπέτευσαν και σήμερα ζουν κάπου εκεί έξω. Τουλάχιστον οι δύο από αυτούς ακόμη γελούν με τους κομπασμούς του απόρθητου κολαστηρίου», αποκαλύπτει 80χρονος αστυνομικός, Μάικλ Ντάικ , που τους κυνηγάει ακόμα.

Τον Οκτώβριο του 1933 ο Βράχος στον κόλπο του Σαν Φραντσίσκο που είχε ονομαστεί Αλκατράζ (δηλαδή θαλασσοπούλι) από τον Ισπανό εξερευνητή Χουάν Μανουέλ ντ’ Αγιάλα, έπαψε να λειτουργεί ως οχυρό του αμερικανικού στρατού για την προστασία του λιμανιού (αλλά και ως μυστική στρατιωτική φυλακή) και πέρασε στη δικαιοδοσία του αμερικανικού Υπουργείου Δικαιοσύνης.

Την Πρωτοχρονιά του 1934 εγκαινιάστηκαν οι «απόρθητες» ομοσπονδιακές φυλακές που «φιλοξένησαν» τους πιο σκληροτράχηλους κι επικίνδυνους γκάνγκστερ της αμερικανικής ιστορίας (ανάμεσά τους και τον Αλ Καπόνε).

Οι πρώτοι κατάδικοι έφτασαν στις 11 Αυγούστου 1934 και μέχρι το 1963 συνολικά 36 κρατούμενοι είχαν προσπαθήσει να αποδράσουν, χωρίς ωστόσο η προσπάθειά τους να έχει… καλό τέλος (23 συνελήφθησαν, έξι πέθαναν από πυρά των φρουρών και τρεις πνίγηκαν στον παγωμένο Ειρηνικό).

Την νύχτα της 11ης Ιουνίου, 50 χρόνια πριν, ο Μόρις, ο Κλάρενς και ο Τζον Άνγκλιν τρύπωσαν σε έναν αφύλακτο διάδρομο 90 εκατοστών όπου κατάφεραν να μπουν λαξεύοντας υπομονετικά –για πολλούς μήνες- το κατεστραμμένο σκυρόδεμα γύρω από έναν αεραγωγό που τον συνέδεε με τα κελιά τους, χρησιμοποιώντας αυτοσχέδια εργαλεία (όπως ένα συνηθισμένο μεταλλικό κουτάλι και ένα μαχαίρι για το βούτυρο).

Τον θόρυβο που έκαναν τα μικροσκοπικά εργαλεία τους τον σκέπαζε ο ήχος ενός ακορντεόν που έπαιζε τις ώρες της μουσικής…

Από τον στενό διάδρομο του εξαερισμού έφτασαν σε μια από τις καμινάδες της φυλακής, σκαρφάλωσαν πέρασαν τον τοίχο και διέφυγαν με πλαστικές λέμβους που είχαν κατασκευάσει οι ίδιοι από υλικά τα οποία είχαν βρει εντός της φυλακής (κυρίως από 50 κλεμμένα αδιάβροχα).

Για να μη γίνουν αντιληπτοί από τους φρουρούς που επιθεωρούσαν τα κελιά τη νύχτα, είχαν κατασκευάσει ομοιώματα των προσώπων τους με ένα μείγμα σαπουνιού, χαρτιού υγείας και πραγματικές τρίχες!

Την επόμενη μέρα, στις 7.15 π.μ., στον έλεγχο ρουτίνας, οι δεσμοφύλακες αντιλήφθηκαν την απουσία των τριών κρατουμένων και ξεκίνησε ανθρωποκυνηγητό από ξηρά, θάλασσα και αέρα για τον εντοπισμό τους.

Στις έρευνες του FBI βοήθησε ο κρατούμενος Άλεν Γουέστ ο οποίος ήταν μέλος της ομάδας των δραπετών. Επειδή το δικό του κομμάτι τοίχου που κάλυπτε την τρύπα της διαφυγής δεν στεκόταν στη θέση του (ώστε να μην γίνει αντιληπτό το κενό από τους φύλακες), με αποτέλεσμα μέχρι να φτάσει στην ακτή οι άλλοι τρεις να έχουν ήδη διαφύγει αφήνοντάς τον πίσω.

Κομμάτια αδιάβροχων και τα αυτοσχέδια κουπιά από το κόντρα πλακέ εντοπίστηκαν στο κοντινό Nησί του Αγγέλου και τυπικά ο φάκελος έκλεισε με την γνωμάτευση του FBI ότι οι δραπέτες πνίγηκαν στα παγωμένα νερά του κόλπου.

Μισό αιώνα μετά από εκείνη τη νύχτα, όμως, ένας απόστρατος αστυνομικός τους ψάχνει ακόμα, σύμφωνα με την The San Francisco Chronicle, και είναι αποφασισμένος να λύσει ένα από τα μεγαλύτερα αινίγματα στην ιστορία του FBI (που έγινε βέβαια μεγάλη κινηματογραφική επιτυχία το 1979, με πρωταγωνιστή τον Κλιντ Ίστγουντ).

Ο Μάικλ Ντάικ παραμένει ακόμη ο αστυνομικός που ερευνά την υπόθεση και είναι πεπεισμένος ότι οι δραπέτες ζουν κάπου εκεί έξω και γελούν μαζί του. Υπάρχει μάλιστα και ηλεκτρονικά επεργασμένη φωτογραφία τους με την εικόνα που θα έχουν σήμερα, αν ζουν.

«Νομίζω ότι υπάρχουν πολλές σοβαρές ενδείξεις ότι τα κατάφεραν. Δεν μπορώ να το αποδείξω ή τουλάχιστον δεν υπάρχει κάτι που να μπορώ να σας το πω αυτή τη στιγμή», δηλώνει και δεν απαντά στον θρύλο που λέει ότι τα δύο αδέρφια δολοφόνησαν τον Μόρις στη βάρκα ή στο σενάριο που θέλει τη μαφία να βοήθησε στην απόδραση από το Νησί του Αγγέλου και μέχρι την ακτή του Σαν Φραντσίσκο.

Αυτό που μπορεί να αποκαλύψει ο Ντάικ είναι ότι ένα μήνα μετά την απόδραση, καπετάνιος νορβηγικού πλοίου που έπλεε στην είσοδο του Σαν Φραντσίσκο (Golden Gate) ενημέρωσε το λιμενικό ότι έπλεε στα νερά ένα πτώμα με στολή κρατουμένου.

Οι στατιστικές ωστόσο λένε ότι δύο στα τρία πτώματα που πετάγονται στα ανοιχτά τα ξεβράζει η θάλασσα στην ακτή της πόλης. Πού είναι, λοιπόν, το δεύτερο πτώμα;

Οι δραπέτες παραμένουν καταζητούμενοι και εάν δεν τους βρουν, στα 100 τους χρόνια θα πάρουν μια θέση ανάμεσα στους πιο διάσημους δραπέτες «Wanted Dead or Alive» όλων των εποχών.

«Εάν καταφέρω και τους συλλάβω κάποτε θέλω να τους σφίξω το χέρι και να τους συγχαρώ πριν τους περάσω χειροπέδες. Κάνατε καλή δουλειά, θα τους πω, και περάσατε τη ζωή σας μακριά από το κελί. Τώρα, όμως, συλλαμβάνεστε», δηλώνει ο Ντάικ στην εφημερίδα ξεκαθαρίζοντας ότι δεν θα πεθάνει αν δεν βρει πρώτα τον Φρανκ Λι Μόρις και τα αδέρφια Άνγκλιν!

ΠΗΓΗ:http://www.iefimerida.gr

Comments are closed.